Η Γέφυρα του Πετρέ

image001Η παράδοση: 5 μόλις χιλιόμετρα Δυτικά από το Γεράνι βρίσκεται η τοποθεσία «Πετρές», όπου και το ομώνυμο ποτάμι.
Η γέφυρα που υπάρχει είναι το μόνο σημείο που συνδέει παραλιακά τη Ρεθεμνιώτικη με τη Χανιώτικη πλευρά. Σε μικρή απόσταση από τη σημερινή γέφυρα υπήρχε η πρώτη ξύλινη γέφυρα του ποταμού που καταστράφηκε από φωτιά το 1927 - 28. Επειδή η γέφυρα που καταστράφηκε όπως και η σημερινή δεν είχε μεσαίο πόδι παρά τη μεγάλη απόσταση τής δυτικής με την ανατολική πλευρά του ποταμού, ο λαϊκός τραγουδιστής «είδε» την ανάγκη να θεμελιωθεί άνθρωπος για να σταθεί στον αέρα το γιοφύρι. Είναι ένα τραγούδι εφάμιλλο σε ομορφιά αυτού του γιοφυριού της' Αρτας που κανένας δεν ξέρει πότε και σε ποια εποχή ο Κρητικός τραγουδιστής, το τραγούδησε:

((Στη (μ)πόθε μπάντα τω Χανιώ στη (μ)πέρα του Ρεθέμνους, Γιοφύρι θεμελιώνανε σαράντα δυο μαστόροι.
Ολημερνίς το κτίζανε και κάθε βράδυ (ε)χάλα
Κι ένα πουλάκι κελαϊδεί στη(ν) τρούλα τση καμάρας:

Επά καμάρα μη σταθείς καμάρα μη ντουρίσεις Όξω να βάλουν άνθρωπο να σε αναβαστίξει. Μόνο μη βάλουνε φτωχό μήτε και διακονιάρη
Όξω του πρωτομάστορα το πρώτο του καμάρι (ή στεφάνι;).

Πούρχεται αργά τ' αποβραδίς και πάρωρα το γιόμα Ως τ' άκουσε(ν) ο μάστορας πολύ του βαρυφάνη.

Βγάνει το δαχτυλίδι του στη τσέπη του το βάνει Και παίρνουν τον τα κλάματα στο σπίτι του και πάει Βρίχνει τηνε και λούζεται σε μαρμαρένια γούρνα, σε χυτή και σε μαλαματένια.

Ίντα 'χεις πρωτομάστορα κι είσαι βαριά κλαημένος; Ο κάρφας σου μην έπεσε για το τσιράκι εβάρη; Μήτε ο κάρφας έπεσε μήτε τσιράκι εβάρη'
το δακτυλίδι μούπεσε στο(ν) πόδα τση καμάρας

Και ποιος θα μπει και ποιος θα βγει και ποιος θα μου το βγάλει Την πονεμένη μου καρδιά ποιος θα μου τήνε γιάνει.

Eγώ θα μπω και εγώ θα βγω και εγώ θα σου το βγάλω
την πονεμένη σου καρδιά εγώ θα σου τη γιάνω.

image00002Βάνει τηνε και ντύνεται μ' ασήμια και χρυσάφια. μ' ασήμια και με μάλαμα και με μαργαριτάρια
και παίρνουν την(ε) οι δούλες τση και πάνε στη καμάρα

-Καλώς σάς ήβρηκα 'πουργοί σαράντα δυο μαστόροι
-Καλώς την τη Μαρία μας καλώς την τη κερά μας
καλώς την την αφέντρα μας και τη νοικοκερά μας

Και ψιλαναμπουκώνεται και μπαίνει στη καμάρα.
Ο (γ)εις κτυπά με το (μ)πηλό κι άλλος με τον ασβέστη κι ο σκύλος πρωτομάστορας με το βαρύ πελέκιο.

-Ως τρέμουν τα ψηλά βουνά να τρέμει το γιοφύρι κι ως πέφτουν τ' άγρια πουλιά να πέφτουν οι διαβάτες

-Κόρη το λόγο(ν) άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε πο' χεις αδελφό στη ξενητειά μη λάχη και περάσει

Κι αυτή το λόγο(ν) άλλαξε κι άλλα κατάρα δίνει

-Ούλοι να πέσου να βαρούν κι ούλοι να γιατρευτούνε ο σκύλος πρωτομάστορας χα {'ρ ι να μη κάμει.

Εσύ το σφακολούλουδο πάρε την ομορφιά μου να μην τη πάρει θηλυκό κι έχει τα βάσανά μου

Κι εσύ το ξενικόσταρο πάρε τα τά μαλλιά μου να μην τα πάρει θηλυκό κι έχει τα βάσανά μου.

(Διήγηση στον γράφοντα από τη Γερόντισσα (1902 -1990) Ελένη Χαριτάκη, από το Γεράνι).